Τρίτη , 17 Σεπτέμβριος 2019
Επικαιρότητα
Αρχική / Εκδηλώσεις Ιωάννινα / Η γεύση της μουσικής , από τον Γιώργο Κοκκώνη*

Η γεύση της μουσικής , από τον Γιώργο Κοκκώνη*

2704toposkΑπό:Γιώργος Γκόντζος––* Η εισήγηση του Γιώργου Κοκκώνη,καθηγητή μουσικολογίας στο ΤΕΙ Ηπείρου, στην μουσική παρουσίαση του βιβλίου «ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΠΕΡΙΔΡΟΜΟΣ» του αρχιμάγειρα Νίκου Φωτιάδη   που συνδιοργάνωσαν  το Συνδικάτο Επισιτισμού-Τουρισμού  Ν Ιωαννίνων,    το Καλλιτεχνικό σωματείο ΕΞΑΥΔΑ,  οι εκδόσεις ΤΟΠΟΣ    και το  βιβλιοπωλείο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ    στο Εργατικό Κέντρο Ιωαννίνων.

Η γεύση της μουσικής

από τον Γιώργο Κοκκώνη

Είναι στενή η σχέση της μουσικής με το φαγητό, κι ακόμα στενότερη είναι η σχέση της με το ποτό. Φαγητό και ποτό είναι συχνότατα αναπόσπαστα κομμάτια της «επιτελεστικής» όπως λέμε διαδικασίας, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο η μουσική παράγεται και λειτουργεί ως διάδραση ανάμεσα στους μουσικούς και το κοινό τους. Το κοινό τραπέζι είναι κατ’ εξοχήν τόπος κοινωνικότητας, όπου οι άνθρωποι δεν συμβρίσκονταιαπλώς, αλλά συγκλίνουν και συγκλίνονται (αν μου επιτρέπεται η φιλολογική αυθαιρεσία) σε ένα πεδίο με κοινές συντεταγμένες, προκειμένου να μετρηθούν, να αναμετρηθούν και σίγουραγια να βιώσουν την εκ της τέχνης κάθαρση.

Οι πάσης φύσεως τελετουργίες, από τα βάθη του χρόνου, χρησιμοποιούν τους καρπούς, το κρασί, το κρέας ή το λάδι για να συγκροτηθούν σε πολύπλοκα συστήματα,που υποστηρίζουν την κοσμολογία και την διαχείριση των υπαρξιακών ερωτηματικών. Ακόμα και στην σημερινή εποχή, εκεί που τα σύμβολα χλωμιάζουν, στην συνύπαρξη της μουσικής και του φαγητού διασώζεται πάντα κάτι από την τελεστική μυσταγωγία.

Τα δυο μαζί συγκατοικούν άλλωστε σε μια μεστή κι εύηχη λέξη, το γλέντι. Όπου και όπως αυτό προκύπτει, οργανωμένα ή αυθόρμητα, στην ύπαιθρο ή το άστυ, μέσα ή έξω, οριοθετεί μείζονες πυρήνες κοινωνικότητας, με υπερτοπική πολλές φορές ακτινοβολία.

Τέτοιοι τόποι, μυθικοί για τους ρέκτες της αστικής λαϊκής μουσικής, είναι τα καφέ αμάν, οι καφενέδες και οι ταβέρνες, όπου παίρνει μορφή το μουσικό είδος που εμπνέει τον Νίκο Φωτιάδη για τη συγγραφή του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα.Αν και έχουν γερές ρίζες στους ήχους των υπαίθριων γλεντιών του αγροτικού κόσμου, οι τόποι αυτοί είναι ολωσδιόλου διαφορετικοί: είναι κλειστοί χώροι επαγγελματιών, που υποδέχονται ένα ανδρικό κοινό ενημερωμένο και απαιτητικό, προσφέροντας υψηλής ποιότητας εδέσματα, κρασί, ρακί και μουσική – ενίοτε και γυναικεία συντροφιά. Είναι τόποι συγκερασμών και συγκρητισμών, εξωστρεφείς και πολυδύναμοι. Σε σχέση με το υπαίθριο γλέντι των παραδοσιακών πανηγυριών, όπου με τα ψητά, τα ποτά και η μουσική συνέχονται σε ένα αυστηρό τελετουργικό, με ισχυρά ταυτοτικά ερείσματα, στον εσωτερικό χώροαναπτύσσονται νέες προτεραιότητες – και το φαγητό δεν είναι μέσα σε αυτές. Καθώς εξελίσσεται κατ’ επιταγήν των κοινωνικών μετασχηματισμών, η λαϊκή διασκέδαση αποβάλλει βαθμηδόν πολλά από τα τυπικά στοιχεία της παραδοσιακής συνταγής. Νέοι δείκτες (markers)παίρνουν την θέση των παλιών, ενίοτε βιαίως, όπως λέει ο Λεωνίδας Οικονόμου, αναφερόμενοςστο μπόμπα ουίσκι και τα ξηροκάρπιατου στα σκυλάδικα. Η ανάδυση των δεικτών αυτών δεν είναι συμπτωματική, ούτε επιπόλαιη: άλλωστε η τάση αυτή υιοθετείται και στον εξωτερικό χώρο των σύγχρονων πανηγυριών.

Η επιστροφή στην γαστρονομία της αστικής λαϊκής μουσικής που περιγράψαμε πιο πάνω είναι επομένως για τον Νίκο Φωτιάδη νοσταλγική επιστροφή σεέναναλλοτινό τόπο, οικείο και συγχρόνως μακρινό. Αυτόν τον τόπο επιχειρεί να ζωντανέψει μέσα από το ζωτικόστοιχείο του φαγητού, όπως αυτό προκύπτει παραστατικά στους λαϊκούς στίχους. Αναζητά λοιπόν και συλλέγει τις σχετικές παραπομπές, με την άκρα ευαισθησία και σχολαστικότητα ενός λάτρη του είδους. Κι αφού τις συγκεντρώσει, δεν περιορίζεται απλώς σε μια τυπική ανθολόγησή τους, παρά ζητά να τις ζωντανέψει, να τους δώσει πραγματιστική υπόσταση, και το καταφέρνει «μεταφράζοντάς» τες σε ένα ανθολόγιομαγειρικών συνταγών. Ως αποτέλεσμα, μέσα από την σύζευξη συνταγών και μουσικών αναφορώναναδύεται τελικώς κάτι από το καθολικό πλαίσιο της επιτέλεσης, κάτι από την αύρα του γλεντιού. Κι αυτόμέσα από μια οπτική γωνία αναπάντεχη, και σίγουρα τόσο παιγνιώδη, όσο παιγνιώδης είναι και η ρεμπέτικη κουλτούρα την οποία στοχεύει.

Με άλλα λόγια, για τον συγγραφέα, στους στίχους των τραγουδιών έχει αποτυπωθείκατά κάποιον τρόπο η γεύση της μουσικής. Άμεσα ή έμμεσα, με κυριολεξίες και μεταφορές, εκεί καθρεφτίζονται τελικά αντιλήψεις, νοοτροπίες, ιδέες και πεποιθήσεις – με άλλα λόγια σύνθετες πολιτισμικές αξίες. Αν πρέπει να κατηγοριοποιήσουμε τις σχετικές αναφορές, θα διακρίνουμε δυο τρόπους περιγραφής του φαγητού και του ποτού:

α)Καταδηλωτικά, όταν το κείμενο παραπέμπει άμεσα σε τροφή, είτε στον τίτλο (Είσαι αφράτη σα φραντζόλα – Βαμβακάρης, Κακαβιά– Παπαϊωάννου-Βασιλειάδης, Αχ φασουλάδα μου – Ανώνυμο, Το σαλεπάκι – Ανώνυμο), είτε στο σώμα των στίχων (Ανοιχτά παίζει η σαρδέλα – Παπαϊωάννου, Η χρυσή παρηγοριά μου είν’ το κρασάκι μου– Ανώνυμο, Η σουπιά και Τα καβουράκια – Τσιτσάνης, Δυο ψαράκια μελανούρια – Ανώνυμο). Όταν παραπέμπει επίσηςστον επαγγελματία παραγωγό ή προμηθευτή τροφής (Οι ψαράδες – Ανώνυμο, Ο γιαουρτάς -Γ. Κωνσταντινίδης ή Β. Μποέης), καθώς και στην κατανάλωση (Κρασοπίνω – Τούντας, Παστουρμά-Κόνιαλης – Ανώνυμο κονιαλίδικο, Στου Λινάρδου την ταβέρνα – Τούντας, Γκαρσόνα – Τούντας).

β) Συνδηλωτικά, συνήθως ως μετωνυμία για την αθέατη μαγείρισσα (Μπαρμπαγιαννακάκης– Ανώνυμο, Αμάν Κατερίνα μου – Τούντας), την γυναίκα ως αντικείμενο του πόθου (Δημητρούλα μου – Τούντας, Η μπαρμπουνάρα – Ράλλης, Τομπουρλίκα – Τούντας, Η Ελένη η ζωντοχήρα – Γιοβάν Τσαούς, Μπίντα γιάλα [σε δυο διαδοχικές συνθέσεις, σαν σουΐτα: Απόψε θά ’ρθω, όπου τον λόγο έχει ο άντρας και Απόψε θέλω πια να ’ρθείς, όπου τον λόγο έχει η γυναίκα] -Τούντας, Μήλο μου και μανταρίνι -Ανώνυμο, Κανελόριζα – Ανώνυμο).

γ) Σκωπτικά, πάντα με χρήση μετωνυμιών (Ξένε σα θες να παντρευτείς – Ανώνυμο αποκριάτικο Χίου, Η Βαρβάρα -Τούντας, Είσαι μια κότα παρδαλή – στο όνομα της Νίνου, Είμαι κόκορας κεφάτος – Τσιτσάνης, Του Κυριάκου το γαϊδούρι – Μπαγιαντέρας, Η Μαρίκα η δασκάλα – Τούντας).

δ) Αντιθετικά, όταν η τροφή δεν εννοείται ως απόλαυση, αλλά ωςκαταναγκασμός(Ελ Ντάμπα – Τσιτσάνης, και η παραλλαγή του Μας πήγαν εξορία, με τον Γ. Κατσαρό).

Για τις μουσικές που συνοδεύουν τους ως άνω στίχους, ο Νίκος Φωτιάδης δεν επιχειρεί κανένα σχόλιο. Για πληροφορίες ανατρέχει στις καθαγιασμένες «βίβλους» που έχουν σημαδέψει την κοινότητα των φίλων του ρεμπέτικου. Σχολαστικά αναζητά τεκμηριώσεις, ιστορικά στοιχεία, όλη την πραγματολογία σε ό,τι αφορά συνθέτες κι ερμηνευτές, σχόλια δισκογραφικά αλλά και σχόλια υφολογικά. Η έρευνα αυτή τον φέρνει πιο κοντά στην ευρύτερη κουλτούρα των διατροφικών συνηθειών, όπως καθρεφτίζεται μέσα στην στιχουργική αναπαράστασή τους: τα κρεατικά, τα όσπρια, τα λαχανικά αλλά και τα γλυκά είναι οι απτοί μάρτυρες των βασικών συστατικών όχι μια κάποιας συνταγής, αλλά του καθαυτού λαϊκού«οικοσυστήματος».

Παρατηρώντας το υλικό, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στις στιχουργικές αναφορές υπερτερεί το θαλασσινό στοιχείο. Κάτι που μας θυμίζει ότι το ρεπερτόριο αυτό δομήθηκε και λειτούργησε σε λιμάνια (Πόλη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια). Κουζίνα και μουσική αναπτύχθηκανκαι εξελίχτηκαν μέσα σε ένα πολυπολιτισμικό πλαίσιο όπου η οικονομική ευμάρεια, η ώσμωση, η ανταλλαγή αλλά και ο ανταγωνισμός όξυναν την γνώση, την εμπειρία και την απαίτηση. Αυτά δεν είναι άλλωστε και τα χαρακτηριστικά του μερακλή, που στο αξιακό του σύστημα το φαγητό, το πιοτό και η μουσική είναι οι βασικοί πυλώνες;

Είτε άμεσα είτε έμμεσα λοιπόν οι συνταγές μας στέλνουν πίσω στα τραγούδια. Όσο κι αν οι προτάσεις του Φωτιάδη είναι σύγχρονες, σημερινές, οι καταβολές τους έρχονται από μεγάλο ιστορικό βάθος. Ομοίως και συμμετρικώς, τα τραγούδια οδηγούν στις μαγειρικές,καθώς η επανεκτέλεσή τους ενεργοποιεί και την γευστική μνήμη, και δι’ αυτής ένα σύνθετο πολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο, έστω και νοερά, υφίσταταιακόμα μέσα μας.

Δείτε Επίσης

Έκθεση Καλλιτεχνών Κόνιτσας στο Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων

Εγκαινιάστηκε το απόγευμα του Σαββάτου (13/04), στο Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων η Έκθεση Καλλιτεχνών Κόνιτσας με ...

Συμμετάσχετε στη συζήτηση

avatar
  Subscribe  
Notify of