Τρίτη , 23 Ιούλιος 2019
Αρχική / Εκδηλώσεις Ιωάννινα / Παράδοση και «αποδομητικός μεταμοντερνισμός»-Η ομιλία του Γ.Παναγόπουλου στην εκδήλωση παρουσίασης δυο βιβλίων του

Παράδοση και «αποδομητικός μεταμοντερνισμός»-Η ομιλία του Γ.Παναγόπουλου στην εκδήλωση παρουσίασης δυο βιβλίων του

HPIM2014[1] Ρεπορτάζ:Γιώργος Γκόντζος

 Η ομιλία του κ. Γεωργίου  Δ. Παναγόπουλου,επίκουρου καθηγητή ΑΕΑ Βελλάς Ιωαννίνων με τίτλο    Παράδοση και «αποδομητικός μεταμοντερνισμός» με αφορμή την παρουσίαση δύο βιβλίων του(   «Ορθόδοξη Θεολογία και τουρκοκρατούμενος Ελληνισμός  »  και   «Ζητήματα Εκκλησιολογίας  «) στα Γιάννινα στις 25 Νοεμβρίου.

Η ΟΜΙΛΙΑ

Μετά την εμπεριστατωμένη παρουσίαση του βιβλίου Ζητήματα Εκκλησιολογίας από τον Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο, και Ορθόδοξη Θεολογία και τουρκοκρατούμενος Ελληνισμός από τον εκλεκτό Βυζαντινολόγο, Καθηγητή του Παν/μίου Ιωαννίνων κ. Αλεξάκη, περιορίζομαι σε ένα σύντομο σχόλιο αναφορικά με τον πνευματικό και ιδεολογικό πλαίσιο των δύο πονημάτων μου.

Ο τίτλος του πρώτου βιβλίου «Ορθόδοξη θεολογία και τουρκοκρατούμενος Ελληνισμός», θα έλεγε κανείς, αποτελείται από δύο εξαιρετικά «αμφισβητούμενους» όρους, στο μέτρο που ευθέως αντιστρατεύονται την δεσπόζουσα στις μέρες μας «θρησκεία» της «πολιτικής ορθότητας» (political correct): Ορθόδοξη θεολογία αφ’ ενός, τουρκοκρατούμενος Ελληνισμός αφ’ ετέρου.

Και αν με ρωτήσετε τι το μεμπτόν θα εύρισκαν στους όρους οι μισιονάριοι της εν λόγω θρησκείας, θα σας απαντούσα θυμίζοντάς σας το κοινό υπόβαθρο της μεταμοντέρνας διανόησης: την αίρεση του ουδετερισμού με το σιαμαίο αδελφάκι του, τον ισοπεδωτικό μέσ όρου. Στην μεταμοντέρνα παγκοσμιοποιητική χοάνη η ορθόδοξη θεολογία ενοχλεί, γιατί προτάσσει το μυστήριο της σαρκωμένης Αλήθειας έναντι της άσαρκης αγαπολογίας που προπαγανδίζεται εσχάτως ως ο μόνος, υποτίθεται, δρόμος για την επανεύρεση της εκκλησιαστικής ενότητας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ειδικά όσον αφορά τη θεολογία, φαίνεται ότι στην Ελλάδα αντιστεκόμαστε ακόμα στις σειρήνες του κοσμοπολιτικού πανομολογιακού ισοπεδωτισμού. Εντούτοις η πρόοδος που σημειώνει εσχάτως ο δογματικός και εκκλησιολογικός σχετικισμός αποτελεί ήδη σημαντικό λόγο έμπονης εγρήγορσης. Έτσι στο πιο πρόσφατο από τα δύο παρουσιαζόμενα βιβλία, τα Ζητήματα Εκκλησιολογίας, μολονότι κύρια μέριμνά μου υπήρξε η συνοπτική παρουσίαση της αγιογραφικής και αγιοπατερικής διδασκαλίας περί του μυστηρίου της Εκκλησίας, ωστόσο έκδηλα αναφαίνεται η πρόθεσή μου να αντιπαρατεθώ με την οικουμενιστική πρόκληση, που προβάλλει ως μόδα μια, θα έλεγα, «μεταμοντέρνα» αποδομητική σύλληψη περί Εκκλησίας, ως μιας χαλαρής ομοσπονδίας οργανώσεων που έχουν ως μέλη τους με οποιοδήποτε τρόπο βαπτισμένους εις Χριστόν (πρόκειται για την γνωστή ως «βαπτισματική Εκκλησιολογία», που προωθείται όχι μόνον από Προτεσταντικής πλευράς αλλά και από κύκλους του Βατικανού, ενώ εσχάτως μοιάζει να γοητεύει και ουκ ολίγους Ορθοδόξους).

Όμως, αν η «μεταμοντέρνα» αποδομητική θέαση κατακτά αργά έδαφος στο χώρο της Θεολογίας, στην επιστήμη της Ιστορίας έχει δυστυχώς ήδη γίνει καθεστώς: Έτσι αμφισβητείται σθεναρά η δυνατότητα τόσο του επίθετου «τουρκοκρατούμενος» όσο και του ουσιαστικού «Ελληνισμός» να λειτουργήσουν ως επιστημονικά εργαλεία περιγραφής, ανάλυσης και κατανόησης μιας συγκεκριμένης περιόδου της ιστορίας του λαού μας. Με δυο λόγια, αφ’ ενός καταβάλλονται σύντονες προσπάθειες εξωραϊσμού του Οθωμανικού πολυεθνικού μορφώματος και αφ’ ετέρου ένα μεγάλο μέρος των κατ’ επάγγελμα ιστορικών της χώρας αρνείται διαρρήδην την ύπαρξη ελληνικής εθνότητας προς του 1800 ή έστω (μας κάνουν ένα σκόντο) προ του 1770!

Ας δούμε όμως εγγύτερα τους δύο αμφισβητούμενους όρους:  πρώτα-πρώτα την Τουρκοκρατία. Σύμφωνα λοιπόν με τους οπαδούς του μεταμοντέρνου αναθεωρητισμού της ιστοριογραφίας μας είμαστε μάλλον αθεράπευτα προσκολλημένοι σε παρωχημένα στερεότυπα του ρομαντικού παρελθόντος, όταν αναφερόμαστε στις ανισότητες που επικρατούσαν μεταξύ Χριστιανών και μουσουλμάνων στην αυτοκρατορία των Οσμανλιδών. Ακόμα και το διαβόητο παιδομάζωμα φωτίζεται αίφνης από μια άλλη οπτική γωνία για να προβληθεί ως ένας μάλλον συγγνωστός για την εποχή τρόπος κοινωνικής ανάδειξης και επαγγελματικής σταδιοδρόμησης νεαρών παιδιών των ραγιάδων –ναι, τέτοιοι ισχυρισμοί τείνουν να γίνουν της μόδας- Για τον κρυπτοχριστιανισμό βέβαια δεν έχει ακόμα καθιερωθεί ανάμεσα στους μεταμοντέρνους αναθεωρητικούς ενιαία πλατφόρμα εξωραΐσμού του· επιτρέπω μολαταύτα στον εαυτό μου να εικάσει ότι ίσως διαφημισθεί προσεχώς ως ένας πρωτότυπος τρόπος βίωσης πολλαπλών θρησκευτικών ταυτοτήτων που προφυλάσσει από την ανία. Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφεται η συστηματική προσπάθεια αναθεώρησης του σχετικού λεξιλογίου και η αποκάθαρσή του από οτιδήποτε δύναται να παραπέμπει σ’ αυτό που αποκαλείται εθνοκεντρική προσέγγιση της ιστορίας: Έτσι σε επιστημονικές μελέτες επιχειρείται η αντικατάσταση του όρου «Τουρκοκρατία» ή ακόμα και του σχετικά ουδέτερου «οθωμανική κυριαρχία» από όρους προφανώς πολιτικά ουδέτερους και άρα ορθότερους, όπως «οθωμανική περίοδος» ή «οθωμανική εποχή».

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην υποβάθμιση των αντιτουρκικών κινημάτων, που δεν είναι ανάγκη να έχει διαβάσει κανείς το περισπούδαστο πόνημα του Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, για να γνωρίζει ότι ξεσπούν από τις απαρχές κόλας της δουλείας και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τους ξένους και κυρίως Τούρκους αναθεωρητιστές, τα κινήματα αυτά δεν συνιστούσαν αμφισβήτηση της πολιτικής κυριαρχίας των Οθωμανών αλλά εκπήγαζαν από κοινωνικοοικονομικού χαρακτήρα στρεβλώσεις που αφορούσαν τόσο τους Χριστιανούς όσο και τους Μουσουλμάνους!

Όμως και οι δικοί μας μεταμοντέρνοι κήρυκες του εθνοαποδομητικού αναθεωρητισμού καλωσορίζουν κάθε προσπάθεια άμβλυνσης των γωνιώσεων της ιστορικής αφήγησης, εγκολπώνονται κάθε εγχείρημα αναβαπτίσεως της Οθωμανικής κατάκτησης και κυριαρχίας στην κολυμβήθρα του ουδετεριστικού Σιλωάμ. Μάλιστα κάποιοι εξ αυτών δεν μασούν τα λόγια τους ούτε για τα προσχήματα:

Σε άρθρο της σε μεγάλη εφημερίδα των Αθηνών, στις 10 και 28 /12 /2000, μια ιστορικός αποκαλεί «Έλληνες» (εντός εισαγωγικών) τους Ελληνες ως το 1800, γιατί – σύμφωνα με τη θεωρία – πιστεύει ότι ως τότε δεν αισθάνονταν τον οθωμανικό ζυγό και, ως εκ τούτου, «δεν είχαν συνείδηση της ύπαρξής τους ως έθνους». Ομοίως, μεγαλόσχημος «ιστορικός» του ΕΚΠΑ θα αποφανθεί βαθυστοχάστως σε άλλη μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα, ότι πριν από το 1800 δεν υπήρχαν Έλληνες στην Κύπρο. Το ενοχλητικό αυτό είδος, «ἐτώσιον ἄχθος ἀρούρης» προφανώς για τον «ιστορικό» μας, εμφανίστηκε αργότερα, όταν κάποιοι ενεφύσησαν (ποιοι άραγε;) στον τοπικό πληθυσμό ελληνική συνείδηση.

Το ότι σε μία δημοκρατική και φιλελεύθερη κοινωνία υπάρχουν ιστορικοί που διατυπώνουν τέτοιους ισχυρισμούς ωσάν να πρόκειται για θέσφατους χρησμούς μιας αλάθητης επιστημονικής πύθιας, δεν εκπλήσσει – ο καθένας μπορεί ελεύθερα να εκτίθεται θεατρίζοντας την αμορφωσιά και σε κάθε περίπτωση την προκατάληψή του. Εκείνο που εκπλήσσει – και εκπλήσσει οδυνηρά – είναι η αίσθηση που αίφνης επιβεβαιώνει σε διαδικτυακή του συνέντευξη ο ομότ. Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας του ΕΚΠΑ Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης. Σύμφωνα με λοιπόν με διαβεβαιώσεις του, τα τελευταία χρόνια παρήχθησαν– κατά τρόπο που αντέβαινε στους σχετικούς εσωτερικούς κανονισμούς των Παν/μίων μας- κυριολεκτικά στρατιές διδακτόρων της Ιστορίας, που μαθήτευσαν δίπλα σε μέντορες τους εθνομηδενιστικού αφηγήματος.

Περιττεύουν εδώ τα σχόλια· οφείλω όμως να υπογραμμίσω ότι το αναθεωρητικό εγχείρημα, στο βαθμό που αμβλύνει τις αντιθέσεις και συγκαλύπτει τις καταπιεστικές δομές, λειτουργεί υπόρρητα αλλά δραστικά υπέρ του εκάστοτε ισχυρού. Ενώ υποτίθεται ότι αποδομεί τους μύθους της παραδοσιακής εθνοκεντρικής ή «εθνικιστικής» αφήγησης, στην ουσία οικοδομεί το δικό του θεωρησιοκρατικό μύθο, που αποβαίνει τελικά μια ιδιόμορφη απολογητική υπέρ των κρατούντων: Η ουδετεριστική ανάγνωση της ιστορίας συμβάλλει, συνειδητά ή ασύνειδα, στην εξιλέωση του θύτη· η υποβάθμιση της κεφαλαιώδους σπουδαιότητας των εθνικών διακρίσεων και – ειδικά στην περίπτωσή μας – η απόρριψη της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού όχι μόνον στην ρητορικά στυλιζαρισμένη εκδοχή των Παπαρρηγόπουλου-Ζαμπέλιου αλλά ακόμα και σε αυτήν του μαρξιστή Σβορώνου προς χάρη ενός θεωρητικού αιτήματος υφασμένου μονομερώς στο στημόνι της εθνογενετικής θεωρίας του Μπ. Άντερσον (που σε καμμία περίπτωση δεν είναι ούτε η μόνη ούτε η κρατούσα παγκοσμίως), εκτυλίσσεται εν τέλει σε αντιστικτική φορά προς τον πολιτικοοικονομικό νεοϊμπεριαλισμό των ισχυρών εθνών και άρα εκ του αποτελέσματος υποβοηθά ιδεολογικώς την ουσιαστική επιβολή του.

Χωρίς περιστροφές: ο αναθεωρητικός εθνοαποδομισμός του τύπου: «δεν υπήρχαν Έλληνες προ του 1800, του 1770 ή δεν ξέρω κι εγώ πότε» δεν απηχεί απλώς μια επιστημονικοφανή μιζέρια μικροαστών που ψωμίζονται διακινώντας θεωρίες περί διαμόρφωσης της ελληνικής εθνότητας σε εποχή μεταγενέστερη ακόμη και από αυτή των Αμερικανών αγελαδάρηδων τύπου Τζων Γουέιν· πολύ περισσότερο μοιάζει να σιγοντάρει την ιμπεριαλιστική στρατηγική ισχυρών εθνών της Δύσης, με πρώτους ανάμεσά τους του Αγγλοσάξωνες· αποκαλύπτει συνεπώς τη βαθιά και, θα τολμούσα να πω, ύποπτη αντιφατικότητά του: Ο αριστερογενής μεταμοντερνισμός έρχεται τελικώς να κυρώσει την κακοήθεια της ιστορίας εναντίον της οποίας με αυταπάρνηση αγωνίστηκε κάποτε η Αριστερά. Με μια κουβέντα ισοδυναμεί με απροκάλυπτη δικαίωση της «βαρβαρότητας του fait accompli»,

Εις πείσμα των καιρών και των νέων αφηγήσεων γίνεται εν τούτοις ολοένα και περισσότερο αντιληπτή η διανοητική λαθροχειρία που επιχειρείται εδώ: Συνειδητά ή ασύνειδα παραθεωρείται ότι είναι ένα πράγμα η πολιτική έννοια του έθνους-κράτους, που όντως δεν υφίσταται προ του τέλους του 18ου αιώνα και εισάγεται στα καθ’ ημάς φέροντας έκδηλη τη σφραγίδα αρχικώς του γαλλικού διαφωτισμού και εν συνεχεία του γερμανικού Ρομαντισμού, και άλλο πράγμα η έννοια του έθνους ως γένους, ως κοινότητας κοινής ψυχικής ζωής και παραμόνιμων πολιτισμικών αναφορών, οι οποίες ακόμα κι όταν «λανθάνουν» δεν παύουν να δομούν υπόρρητα το συλλογικό φαντασιακό. Στην πρώτη περίπτωση, αυτή του έθνους κράτους του Διαφωτισμού, δεσπόζουσα ορίζουσα αναδεικνύεται ο «φυλετισμός», στην δεύτερη, αυτή του έθνους-γένους, τον κεντρικό άξονα νοηματοδόητησης προσφέρει η πολιτισμική και πνευματική παράδοση, την οποία οι «ασυνέχειες» και «ασυμβατότητες» -έννοιες τόσο αγαπητές στους μεταμοντέρνους αναθεωρητικούς- δεν διαρρηγνύουν αλλά μάλλον την εμπλουτίζουν.

Φαίνεται ότι πέραν της επιστημονικής επάρκειας προασαπαιτείται και εντιμότητα για να διαγνώσεις το αυτονόητο: Αυτή είναι η περίπτωση του διαπρεπούς Βρετανού Ελληνιστή Ρόντερικ Μπίτον, ο οποίος διασαφεί ως εξής της διάκριση που μόλις ανέφερα: «Η πολιτιστική παράδοση πυρήνας της οποίας είναι η ελληνική γλώσσα, έχει την πιο μακρά και αρραγή πορεία σε όλη την Ευρώπη. Το ελληνικό κράτος, παρ’ όλα αυτά, αποτέλεσε νεωτερισμό… και επομένως πρωτοφανές γεγονός στην μακρόχρονη ιστορία του Ελληνισμού».

Η Βρετανίδα ερευνήτρια Τζιλ Πέιτζ, ενώ διατείνεται ορθά ότι ο εθνικισμός που αξιώνει την πολιτική αυτονομία ενός συγκεκριμένου λαού που διαβιοί σε ορισμένο τόπο είναι νεωτερική επινόηση, εντούτοις υπενθυμίζει στους συναδέλφους της ότι «η ύπαρξη εθνοτικών ομάδων είναι δεδομένη σε όλη την υδρόγειο και σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας». Εξάλλου από τους δικούς μας ιστορικούς ο Ι. Χασιώτης, αφού ορθά υπογραμμίσει ότι είναι ασφαλώς αντιεπιστημονικό να αποδοθεί στους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς του 15ου, 16ου ή 17ου αιώνα η ιδεολογικοπολιτική λειτουργία του «έθνους» όπως αυτή διαμορφώθηκε αργότερα υπό την επίδραση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, παρόλα αυτά βεβαιώνει ότι είναι σφάλμα να ισχυρισθούμε ότι «η διάκριση των επιμέρους εθνοτήτων ήταν άγνωστη μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία», πόσο μάλλον όταν εθνικές διακρίσεις παρατηρούνταν ακόμα και στην βυζαντινή αυτοκρατορία. Ήδη από τον 13ο αιώνα προς δήλωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας με κέντρο την μικρασιατική Νίκαια χρησιμοποιούνταν όροι όπως: Ελλάς, ελληνίς επικράτεια, ελληνικόν, ελληνική γη, κατοικουμένη από το γένος των Ελλήνων, ενώ στην καμπή του 13ο προς τον 14ο αιώνα ένας εξελληνισμένος Φράγκος, ο συγγραφέας του Χρονικού του Μωρέως θα βεβαιώσει ότι οι ελληνορθόδοξοι αυτοκατανοούνταν ως Ρωμαίοι και Έλληνες και μάλιστα με τρόπο που θυμίζει νεωτερικές εκδηλώσεις εθνικιστικού εγωισμού:

«Διαβάντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτοίνοι οι Ρωμαίοι / Έλληνες είχαν το όνομα, ούτω τους ονομάζαν, / πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν…»

Λίγα χρόνια μετά την άλωση της Πόλης ο Δημήτριος Ραούλ Καβάκης συγγράφει για τις διδακτικές ανάγκες του γιου του βιβλίο με θέμα την ιστορία του Ελληνικού έθνους, ενώ λίγες δεκαετίες αργότερα (τον 16ο αιώνα) ο μέγας λογοθέτης του Πατριαρχείου Ιέραξ λέει για έναν αυτοκράτορα του Βυζαντίου/Ρωμανίας ότι «ἐφάνη ἀριστεῦς ὡς Ἕλλην τῶν Ἑλλήνων».

Τα σχετικά τεκμήρια είναι αναρίθμητα και ασφαλώς εδώ παρέλκει η παραιτέρω παράθεσή τους. Όμως σε αρμονική υπήχηση προς τις μαρτυρίες αυτές τόσο ξένων όσο και της ελληνορθόδοξης ελίτ ο υπόδουλος λαός μέσω τον ανώνυμων μαστόρων και καλλιτεχνών του ερχόταν να επιβεβαιώσει αυτή την πλατιά συνείδηση κοινής ψυχικής ζωής και ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού ιστορώντας σε ιερούς ναούς και καθολικά ιερών Μονών τους αρχαίους Έλληνες σοφούς δίπλα στους μεγάλους αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έπειτα από όλα αυτά μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η ελληνικότητα ως αίσθηση ιστορικής συνέχειας κατασκευάσθηκε από τον … Παπαρρηγόπουλο μόλις το β΄ μισό του 19ου αιώνα; Τότε γιατί ήδη το 1716 -150 χρόνια πριν από τον Παπαρρηγόπουλο- οι ορθόδοξοι πατριάρχες της Ανατολής αναφερόμενοι σε συνοδική τους απόφαση στο γένος κάνουν λόγο περί «πάλαι μὲν Ἑλλήνων, νῦν δὲ Γραικῶν καὶ νέων Ρωμαίων διὰ τὴν νέαν Ρώμην καλουμένων»;

 

Άλλη δουλειά έκανε ο Παπαρρηγόπουλος, και επ’ αυτού μπορούμε να συζητάμε ατελευτήτως… αλλά ας μη αναμιγνύουμε τα άμικτα και ας μην συγχέουμε τα ασύγχυτα… (Αφήνω δε κατά μέρος το γεγονός ότι οι προσγράφοντες το ενωτικό σχήμα της ελληνικής Ιστορίας στους Παπαρρηγόπουλο και Ζαμπέλιο είναι ή παριστάνουν τους ανενημέρωτους, καθόσον μεταξύ του 1830 και 1840 ένα πλήθος ξένων ερευνητών εκδίδουν έργα στα οποία συνθεωρείται η ενότητα του Ελληνισμού: Έμερσον, Γκόρντον, Τσίνκαϊζεν, Μισελέ).

 

Και όλα τούτα ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι αγνοώ ή πρασιωπώ τις όντως βαθιές αλλαγές, ακόμα και ασυνέχεις, που χαράσσουν βαθιά την ιστορική εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού. Όμως, όπως είχε οξυδερκώς επισημάνει ο Τζωρτς Τόμσον, μαρξιστής ιστορικός, είναι ακριβώς η εξελικτική διαδικασία της αλλαγής που ορίζει τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα στα διάφορα στάδια της ελληνικής ιστορίας

 

Κλείνω με δύο επισημάνσεις:

 

Α) Όσον αφορά τον όρο Ελληνισμός και τη σχέση με την Ορθόδοξη θεολογία, προτείνω να διαβαστούν τα βιβλία μου ως ένας ακόμα τρόπος ψηλάφησης και πιστοποίησης της ιστορικοπολιτισμικής συνέχειας του Ελληνισμού μέσα από την ειδική οπτική γωνία που ορίζει η μελέτη της ιστορίας της θεολογίας στο διάστημα των 5 αιώνων της δουλείας. Όπως στις Εκκλησιές συνυπήρχαν οι άγιοι θεούμενοι με τους Έλληνες σοφούς του νάρθηκα, έτσι και στην θεολογική σκέψη της τουρκοκρατίας το καταστάλαγμα της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης μπολιάζεται στο μυστικό χώρο της θεολογίας ως χαρισματικής λειτουργίας και προφητικού υπουργήματος· συνεχίζεται έτσι, με επώδυνο και πολλές φορές ανολοκλήρωτο τρόπο λόγω της συμφοράς της δουλείας αλλά και των δυτικών επιδράσεων, η βυζαντινή ρωμαίικη παράδοση της σύνθεσης και «τῆς ὑποταγῆς παντός νοήματος εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ».

 

Β) θα επιθυμούσα αμφότερα τα πονήματά μου να συνθεωρηθούν υπό το πρίσμα της λειτουργικής απεύθυνσής τους. Γράφτηκαν εδώ στα Γιάννινα και τουλάχιστον το ένα εξ αυτών χρησιμεύει ήδη ως διδακτικό εγχειρίδιο Εκκλησιολογίας για τους φοιτητές μου στην ΑΕΑ Βελλάς, αλλά ταυτόχρονα απευθύνεται σε κάθε έναν που επιθυμεί να γνωρίσει με ευσύνοπτο τρόπο την ορθόδοξη περί Εκκλησίας διδασκαλία.

 

Τούτο μου παρέχει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να υπογραμμίσω ότι η ΑΕΑ Βελλάς είναι το μόνον Εκπαιδευτικό Ίδρυμα σε ολόκληρη της Δυτική Ελλάδα που προσφέρει τη δυνατότητα ιερατικών και θεολογικών σπουδών σε ανώτατο, δηλ. πανεπιστημιακό επίπεδο. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στην ιστορική Σχολή μας όχι μόνον να κοιτά προς το σημαντικό παρελθόν της εποχής του Ιεροδιδασκαλείου και να σεμνύνεται δικαίως για αυτό αλλά επιπλέον να ατενίζει με ένθεη αισιοδοξία το μέλλον την ίδια στιγμή που πλουτίζει το παρόν της Ηπείρου ως μια ξεχωριστή εστία πνευματικότητας, σπουδής και υψηλής πολιτιστικής καλλιέργειας.

 

Γι’αυτό και οφείλω χάριτες στον καθηγητή Αλεξάκη που τιμά και εμένα και τη Σχολή μας με την συμμετοχή του στην αποψινή εκδήλωση. Ιδιαιτέρως όμως θερμά ευχαριστώ τον σεπτό ιεράρχη της Ναυπάκτου, τον Ιωαννίτη εκ καταγωγής Ιερόθεο, ο οποίος αγαπά και στηρίζει τη Σχολή αλλά και περιποιεί με την εδώ παρουσία του απόψε σε όλους μας μεγάλη τιμή και ειλικρινή χαρά.

 

Επομένως η σημερινή εκδήλωση αντιπροσωπεύει από πολλές απόψεις μια μορφή ενεργού στήριξης της ΑΕΑ Βελλάς (Καθηγητών και φοιτητών), καθώς και των προσωπικοτήτων που κοσμούν το βήμα, στην υποψηφιότητα της πόλης των Ιωαννίνων για πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης 2021, στο μέτρο που αναδεικνύει τη σημασία της εκκλησιαστικής παραδόσεως ως θεμελιώδους συνιστώσας του Γένους στην μακραίωνη και πολυώδυνη ιστορική όδευσή του, αλλά και την σπουδαιότητα των θεολογικών και ιερατικών σπουδών στην πρωτεύουσα της Ηπείρου σε μια εποχή κατά την οποία η ανάγκη πνευματικού αναπροσανατολισμού του λαού μας εν όψει των ακραίων προκλήσεων που αντιμετωπίζει αποβαίνει αδήριτη και επίκαιρη όσο ποτέ.

 

 

 

 

Δείτε Επίσης

Έκθεση Καλλιτεχνών Κόνιτσας στο Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων

Εγκαινιάστηκε το απόγευμα του Σαββάτου (13/04), στο Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων η Έκθεση Καλλιτεχνών Κόνιτσας με ...

Συμμετάσχετε στη συζήτηση

avatar
  Subscribe  
Notify of