Πέμπτη , 25 Μάιος 2017
Επικαιρότητα
Αρχική / Ενδιαφέρουσες Ιστορίες / Η ομιλία του καθηγητή φιλολογίας Δ. Ράπτη στην παρουσίαση του βιβλίου του Ε. Ρέντζιου, «Ανώγειο. Η αετοφωλιά του Ξηροβουνίου. Το χωριό και η γενιά των Ρεντζαίων»

Η ομιλία του καθηγητή φιλολογίας Δ. Ράπτη στην παρουσίαση του βιβλίου του Ε. Ρέντζιου, «Ανώγειο. Η αετοφωλιά του Ξηροβουνίου. Το χωριό και η γενιά των Ρεντζαίων»

anvgeioΑπό:Γιώργος Γκόντζος(ggontzos@yahoo.gr)–«Η διαφορετικότητα που συναντούμε σε κάθε ομάδα δεν αποτελεί παρέκκλιση από τους καθιερωμένους κανόνες ούτε είναι αντικείμενο ψυχολογικής έρευνας, αλλά είναι ακριβώς η πεμπτουσία της δημιουργίας. Είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της συμμετοχής του ανθρώπου στο γίγνεσθαι και η έξωθεν ή άνωθεν επιβολή. Με όλα αυτά που καταγράφονται ή περιγράφονται για την κοινότητα και εν προκειμένω για την κοινότητα του Ανωγείου δηλώνεται η παρουσία της στα γενόμενα, αναδεικνύεται το φίλτρο που φιλτράρει τις επιρροές και επιδράσεις για την επιθυμητή ομοιομορφία. Άλλωστε, γι’ αυτό πολλοί ισχυροί επιθυμούν να διώξουν αυτά τα φίλτρα και να επιτύχουν ευκολότερα και ταχύτερα την ομογενοποίηση των πραγμάτων.».Αυτά ανέφερε μεταξύ άλλων ο καθηγητής φιλολογίας Δημήτριος Ελ. Ράπτης στην ομιλία του στην παρουσίαση του βιβλίου του Ευθύμιου Θ. Ρέντζιου,

«Ανώγειο. Η αετοφωλιά του Ξηροβουνίου. Το χωριό και η γενιά των Ρεντζαίων» ,που πραγματοποιήθηκε στις 24 Απριλίου στα Γιάννινα

Η ΟΜΙΛΙΑ

Κυρίες και κύριοι,

Η οποιαδήποτε αναφορά μας στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, στοιχεία μιας κοινωνίας, μιας ομάδας, ενός χωριού δεν πρέπει να εξαντλείται στο ρητορικό σχήμα της διάσωσης της παράδοσης ούτε να σταματά στη συγκρότηση της πολιτισμικής ταυτότητας αυτής της ομάδας. Η όποια αναφορά και το όποιο ενδιαφέρον προκύπτει είναι πέρα από αυτά και πρωτίστως είναι ζήτημα ανθρωπολογικό. Όχι πως δεν ενδιαφέρει η ταυτότητα και τα στοιχεία που τη συγκροτούν ή ή παράδοση γενικά, αλλά ενδιαφέρει περισσότερο το ζήτημα του τύπου του ανθρώπου που δημιουργεί ο σύγχρονος πολιτισμός. Η διαφορετικότητα που συναντούμε σε κάθε ομάδα δεν αποτελεί παρέκκλιση από τους καθιερωμένους κανόνες ούτε είναι αντικείμενο ψυχολογικής έρευνας, αλλά είναι ακριβώς η πεμπτουσία της δημιουργίας. Είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της συμμετοχής του ανθρώπου στο γίγνεσθαι και η έξωθεν ή άνωθεν επιβολή. Με όλα αυτά που καταγράφονται ή περιγράφονται για την κοινότητα και εν προκειμένω για την κοινότητα του Ανωγείου δηλώνεται η παρουσία της στα γενόμενα, αναδεικνύεται το φίλτρο που φιλτράρει τις επιρροές και επιδράσεις για την επιθυμητή ομοιομορφία. Άλλωστε, γι’ αυτό πολλοί ισχυροί επιθυμούν να διώξουν αυτά τα φίλτρα και να επιτύχουν ευκολότερα και ταχύτερα την ομογενοποίηση των πραγμάτων.

Από αυτή την άποψη χαίρομαι που συμμετέχω απόψε στην παρουσίαση του βιβλίου του . Ρέντζιου, το οποίο εντάσσεται στο παραπάνω πλαίσιο, στην κατάθεση αυτής της διαφορετικότητας η οποία εν πολλοίς είναι και μια αντίσταση στην επιχειρούμενη ομοιομορφοποίηση πέρα από τη διατήρηση των παραδοσιακών στοιχείων του πολιτισμού του Ανωγείου της Πρέβεζας.

Με το Ανώι της Πρέβεζα, στο οποίο αναφέρεται το σημερινό βιβλίο του συναδέλφου κ. Ρέντζιου, συνδέομαι εδώ και αρκετά χρόνια. Η αρχή της δεκαετίας του ’90 με βρίσκει ως καθηγητή Φιλολογίας στα σχολεία της Φιλιππιάδας, όπου φοιτούσαν και τα παιδιά του Ανωγείου. Σε μια από τις ερωτήσεις στο μάθημα της Ιστορίας και στην ενότητα της τοπικής ιστορίας ήρθε η απάντηση μια μαθήτριας από το Ανώι για τη χρονολογία κτίσεως 1627 της εκκλησίας του χωριού της, του Αγίου Σώζοντα. Και πώς τη θυμούνται και τη γνωρίζουν οι άνθρωποι; Η απορία.  Κάθε Κυριακή μετά τη λειτουργία, της είπε ο παππούς της, μαζεύονταν στο χαγιάτι και έλεγαν την ιστορία τους, να την ακούνε, να τη μαθαίνουν και οι νεότεροι και  να μην την ξεχνούν. Βέβαια, η χρονολογία είναι  χαραγμένη στο υπέρθυρο της εκκλησίας, αλλά ήταν αιτία να γίνει από τη μαθήτρια μια πρώτη καταγραφή της ιστορίας του χωριού, που νομίζω σήμερα, μετά από 25 χρόνια θα είχε αξία, αν σώζεται κάπου. Όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες που δεν είχαν το γραπτό λόγο ή είχαν ελάχιστα μεταβίβαζαν και διατηρούσαν τα στοιχεία του πολιτισμού τους. Τα στοιχεία της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Τότε, φυσικά,  που τα πράγματα άλλαζαν με πολύ αργότερο ρυθμό και οι οποιεσδήποτε μεταβολές ήταν αφομοιώσιμες.

Στραμμένη η ματιά του συγγραφέα του αποψινού πονήματος προς αυτή την κοινωνία, την αγροτική, και χρησιμοποιώντας αφενός την προσωπική του μνήμη ή των συγχωριανών του και σε πολλά σημεία την ανάμνηση  και αφετέρου γραπτά στοιχεία  καταγράφει και παρουσιάζει τη δημιουργία και την πορεία ενός ορεινού χωριού της Πρέβεζας, που είναι και χωριό του, το Ανώι. Με τη γραφή του ακινητοποιεί κατά ένα φωτογραφικό-μεταφορικά- θα έλεγα τρόπο μια περίοδο από τη διάρκεια της ζωής του, στο μεγαλύτερο μέρος όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε και διατηρήθηκε ως τη δεκαετία ’60-’70  και καταθέτει στοιχεία της  πολιτισμικής ταυτότητας των Ανωγειατών. Παράλληλα, δεν τον αφήνουν αδιάφορο οι οποιεσδήποτε μεταβολές στην πορεία του χρόνου, καθώς και  Ανώι δέθηκε στο άρμα της εξάρτησης από την κωμόπολη της Φιλιππιάδας και των πόλεων της Πρέβεζας και της Άρτας. Το κίνητρό του, όπως ο ίδιος το καταθέτει: «…να διασωθεί και να παραδοθεί στη σημερινή αλλά και στις μελλοντικές γενιές. η ζωή και η πορεία των ανθρώπων του χωριού, να αναστηθεί και να αναδειχτεί μια ολόκληρη περιοχή με τους ανθρώπους της και την πολιτιστική της κληρονομιά… Και για το λόγο αυτό, συνεχίζει «…έσμιξαν αρμονικά, «παντρεύτηκαν», οι πληροφορίες, οι διηγήσεις και οι θύμησες μέσα μου, σε μια προσπάθεια να γίνουν κτήμα όλων μας…»

Το βιβλίο του είναι ένα ιστορικό – λαογραφικό πόνημα στο οποίο κυριαρχεί η αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη μικρή πατρίδα που κουβαλάμε όλοι μέσα μας, αγάπη που σε πολλά σημεία ο ίδιος δεν την τιθασεύει. Επτά κεφάλαια αναδεικνύουν τον τόπο, την ιστορία και την καθημερινότητα των ανθρώπων και δυο κεφάλαια την ιστορία της γενιάς των Ρεντζαίων.

Ο συγγραφέας στέκεται στην προπολεμική και μεταπολεμική περίοδο, στον αγροτικό χώρο, στο χωριό, κατά την οποία περίοδο το τελευταίο, το χωριό,  ήταν ένα απρόσιτο σημείο στο χάρτη και ενδεχομένως απομονωμένο από τον πολιτισμό της πόλης, όπως συνέβαινε σε πολλές περιπτώσεις. Είναι το χωριό της αυτάρκειας, της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής, της σκληρής ζωής για την καθημερινότητα. Και για το Ανώι, της μετακίνησης  στα χειμαδιά το χειμώνα και πάλι την άνοιξη στο χωριό. Του χωριού εκείνου τη θέση του οποίου και δημιουργία προσδιόρισαν ιστορικές συνθήκες της εποχής και ανεξαρτήτως αν έτυχε να κατοικήσουν οι άνθρωποί του σε πλούσιο ή φτωχό μέρος, αν ήταν απρόσιτα βράχια ή κάμπος, στο χωριό εκείνο που οι άνθρωποί του έγιναν ένα με την πέτρα και το χώμα, για να ξεπεράσουν τις αντιξοότητες της ζωής. Ο αναγνώστης του παρόντος βιβλίου θα βρει εικόνες μιας άλλης, περασμένης, εποχής, γιατί σταδιακά το χωριό απώλεσε τον παραδοσιακό χαρακτήρα και έγινε ένα προσπελάσιμο και προσιτό σημείο με  δρόμους, τηλέφωνο, τηλεόραση, επικοινωνία, σπουδές των παιδιών γεγονότα που φέρνουν πιο κοντά του την πόλη και ταυτόχρονα του αφαιρούν ζωτικά στοιχεία του, και προπάντων το ανθρώπινο δυναμικό, αρχίζοντας έτσι σιγά –σιγά να αιμορραγεί και να ακολουθεί μια πτωτική πορεία.

Με το βιβλίο του κ. Ρέντζιου γινόμαστε κοινωνοί της ζωής του Ανωγείου από την εγκατάσταση των ανθρώπων στον τόπο αυτόν μέχρι σήμερα. Διατρέχουμε το ανάγλυφο της περιοχής και την αποτυπωμένη στα τοπωνύμια δράση των ανθρώπων του, επιβεβαιώνοντας όλα αυτά και με τη ματιά των περιηγητών. Το υψόμετρο των 1300 περίπου μέτρων και η γεωφυσική κατάσταση του τοπίου, η περίοπτη θέση του, καθώς ελέγχεις αποτελεσματικά τη γύρω περιοχή,  δίνει στον επισκέπτη ότι αγγίζει τον ουρανό και νιώθει από πάνω του μόνο το Θεό. Αυτό τον τόπο δεν γνωρίζουμε επακριβώς πότε τον κατοίκησαν μόνιμα οι άνθρωποι, γιατί ο συγγραφέας ως θερινή διαμονή –ξακαλοκαιριό δηλαδή- το τοποθετεί στην αρχαιότητα. Η αποτυχία της επανάστασης του Διονυσίου του Φιλοσόφου στην Ήπειρο το 1611 ήταν πιθανόν η αιτία κατοίκησης του τόπου αυτού, γιατί οι Τούρκοι δυσκόλεψαν τα πράγματα παίρνοντας μέτρα εναντίον των Ελλήνων. Έκτοτε το Ανώι από τη θέση αυτή συμμετείχε στους εθνικούς αγώνες είτε ως την απελευθέρωση ’12-’13 είτε μετά από αυτή και με τίμημα πολλές φορές την καταστροφή του χωριού.  Πολλά ονόματα πεσόντων Ανωγειατών λαμπρύνουν την ιστορική μνήμη από αυτή την ιστορική πορεία του χωριού, και από την απελευθέρωση και από το αλβανικό μέτωπο, και από την περίοδο 1943-’44 και ’46-’49.

Η οργάνωση της κοινοτικής ζωής, όπως παρουσιάζεται το εν λόγω βιβλίο δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση για το Ανώι. Γιατί οι προϋποθέσεις δεν υπήρχαν. Να πούμε για παράδειγμα και αναφερόμαστε στα νεότερα χρόνια μετά την απελευθέρωση η εκπαίδευση του χωριού ήταν φιλοξενούμενη στον Άγιο Νικόλαο, την εκκλησία, χωρίς τζάμια και παράθυρα ή παλιότερα από αυτό κοντά στη στάνη όπου υπήρχε όλο το νοικοκυριό και μια καλύβα τη διέθεταν γι’ αυτό το σκοπό. Κατά ένα παράξενο τρόπο, όμως, όταν η ύπαιθρος χώρα αποκτά τα στοιχειώδη, τότε δεν υπάρχουν οι άνθρωποι στο τόπο αυτόν. Δυστυχώς, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 δεν ακούγονται πια φωνές στον αυλόγυρο του σχολείου. Το ηλεκτρικό φως έφτασε 1984 και το νερό το 2015 και μόνο στην πλατεία και όχι ακόμα στα σπίτια.

Αυτής της κοινωνίας ο σύνδεσμος με τον έξω κόσμο ήταν το τηλέφωνο και ο ταχυδρόμος. Δυο παράθυρα απ΄ όπου έμπαινε το καινούργιο στη σφιχτή κοινωνία του χωριού, γιατί το ραδιόφωνο δεν είχε την επιθυμητή διάδοση και τα δρομολόγια του λεωφορείου καθημερινά μεν αλλά λίγα. Μόνον η ίδια η μετακίνηση των ανθρώπων προς τα χειμαδιά θα μπορούσε να είναι πηγή νέων γνωριμιών αλλά αυτή περιορίζονταν χρονικά στο κοπάδι και δεν άφηνε περιθώρια για άλλα πράγματα.

Και τα δυο καφε-παντοπωλεία, γνωστή σύνθεση σε όλα σχεδόν τα χωριά, στέγαζαν την ψυχαγωγία και εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των χωριανών. Το ορεινό και άγονο και προπάντων η έλλειψη του νερού καθόρισαν σημαντικά τη σκέψη και την πορεία των ανθρώπων. Για το νερό ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες, γιατί το πολύτιμο αυτό αγαθό της φύσης το στερήθηκαν και εν πολλοίς το στερούνται ακόμα οι Ανωγειάτες. Είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικός, γιατί ενώ βρέχει δεν υπάρχουν νερά. Όπως σημαντική είναι και η αναφορά στην ευρηματικότητα των ανθρώπων για να καλύψουν τις ανάγκες σε νερό. Οι στέρνες, τα πηγάδια και οι λούτσες και αργότερα οι ομβροπδεξαμενές του Δασαρχείου έδωσαν τη λύση, ενώ την οριστική την έφερε η γεώτρηση.

Δεν παραλείπει ο συγγραφέας να κάνει αναφορά συμπληρώνοντας την κοινοτική οργάνωση του χωριού με τους προέδρους, τους γραμματείς, του δασκάλους, τους ιερείς και του ψαλτάδες, τους αγροφύλακες  με μια ιδιαίτερη αναφορά στη θέση της γυναίκας στην κοινωνία του Ανωγείου.

Ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου του είναι αυτό που ο ίδιος ονομάζει Λαογραφικά στοιχεία. Με μια διαφορετική ταξινόμηση είναι το βασικότερο, γιατί είναι η καθημερινότητα των ανθρώπων, και γιατί όλα τα προηγούμενα που αναφέραμε διαχέονται σ’ αυτό και δεν αποτελούν ξεχωριστά κεφάλαια. Πώς για παράδειγμα να ξεχωρίσεις την γεωργική και την κτηνοτροφική ζωή από τη γεωφυσική κατάσταση ή την ύπαρξη νερού κτλ. Μόνο για λόγους ταξινόμησης του υλικού. Ο αναγνώστης θα βρει στοιχεία για την κατοικία, τις ασχολίες των κατοίκων, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την άνοδο και κάθοδο στα χειμαδιά, τη δημιουργία της οικογένειας, το γάμο, τα πανηγύρια, τη θρησκευτική ζωή και άλλα παρόμοια.

Πρόθεσή του  δεν είναι η στατική και φωτογραφική παρουσίαση διαφόρων πτυχών της παραπάνω κοινωνίας, αν και έτσι τιτλοφορούνται τα όσα γράφει. Έμμεσα αναδεικνύεται στο περιεχόμενο και η διάθεση προβολής των μεταβολών σ’ αυτή την κοινωνία και ταυτόχρονα της προοπτικής και της μελλοντικής ανάπτυξης του χωριού. Τη μεταβολή των πραγμάτων όποια και να είναι αυτή, θετική ή αρνητική δεν μπορούμε να τη σταματήσουμε είτε γίνεται με βίαιο τρόπο είτε με ειρηνικό. Αντίθετα, θα λέγαμε πως σε μια νομοτελειακή σχέση το χθες με το σήμερα διαμορφώνουν το αύριο. Η ιστορία, άλλωστε, το έχει αποδείξει αυτό. Στο πέρασμα τόσων αιώνων ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη διάφοροι πόλεμοι, φυσικές καταστροφές αφάνισαν πολιτείες και πολιτισμούς σκοτώνοντας και τους δημιουργούς τους και στέλνοντας έτσι στη λήθη και τα δημιουργήματα του ανθρώπου. Αυτές τις μεταβολές φέρνει στην επιφάνεια σε ένα σύντομο βέβαια κεφάλαιο ο συγγραφέας και τοποθετεί το Ανώι σε μια σύγχρονη τροχιά.

Αλλά η γεωγραφική προπάντων κινητικότητα των ανθρώπων στα νεότερα χρόνια και ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’70 δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα άλλο γίγνεσθαι στην ελληνική κοινωνία. Εννοώ πως μετά από χρόνια ο τρόπος μετακίνησης, οι λόγοι, ο τόπος εγκατάστασης θα είναι αντικείμενο προς έρευνα. Πάντα βέβαια ήταν το φαινόμενο αυτό. Στο πλαίσιο αυτό ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καλύπτει η γενιά των Ρεντζαίων υποθέτω καταρχάς ως αφιέρωμα στη γενιά του. Πέρα από τη γενιά των Ρεντζαίων του Ανωγείου θέση έχουν και οι Ρεντζαίοι του Ορχομενού της Βοιωτίας όπου εγκαταστάθηκαν προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Χρέος του θα είναι και η συμπλήρωση και η καταγραφή και των άλλων οικογενειών το γενεαλογικό δέντρο.

Ο κ. Ρέντζιος συνέγραψε με αγάπη ένα απολύτως χρήσιμο βιβλίο για την τοπική ιστορία και τον τοπικό  πολιτισμό. Οι νεότερες γενιές περπατώντας μέσα στην ανωνυμία της παγκοσμιοποίησης θα βρουν ερείσματα πλεύσης και συγκρότησης της ταυτότητάς τους.

Δείτε Επίσης

images

Α.Καχριμάνης-Ο κύριος Βούρδας δείχνει μια απρεπέστατη συμπεριφορά προς την περιοχή μας

Από:Γιώργος Γκόντζος(ggontzos@yahoo.gr)–  Με  την διατύπωση ότι «ο κύριος Βούρδας δείχνει μια απρεπέστατη συμπεριφορά προς την ...

Συμμετάσχετε στη συζήτηση

Αφήστε πρώτος το σχόλιό σας!

Notify of
avatar
wpDiscuz