Πέμπτη , 4 Ιουνίου 2020
Επικαιρότητα
Αρχική / Πολιτισμός / Για την… Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου

Για την… Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου

Από την Εβίτα Θεοχάρη – εκπαιδευτικός & μεταπτυχιακή φοιτήτρια Λαογραφίας

Σήμερα, 13 Φεβρουαρίου, είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου, και η ακροάτρια του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ιωαννίνων, ποιήτρια Λαμπρινή Θεοχάρη, τιμά την ημέρα αποστέλλοντας το παρακάτω κείμενο με τον τίτλο: “Το Ραδιόφωνο” (ακολουθεί βίντεο με ανάγνωση του κειμένου). Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στη συλλογή με ποιήματα κυρίως, αλλά και πεζά, “Κυματιστοί Τόποι” (2017). Η πρώτη ποιητική της συλλογή κυκλοφόρησε το 2011 και τιτλοφορείται ως “Στα πλήκτρα του χρόνου“. Επικοινωνεί συχνά με τους ακροατές του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ιωαννίνων και τους αναγνώστες της παρούσας ιστοσελίδας διαβάζοντας ή ανακοινώνοντας κείμενά της.

Τ ο Ρ α δ ι ό φ ω ν ο

Στην Ήπειρο και είναι μέσα της δεκαετίας του εξήντα. Ήταν δεν ήταν ενός έτους το νήπιο. Δεμένα σφιχτά έχει τα χεράκια γύρω από το λαιμό της μητέρας του. Μιας ωραίας ψηλόλιγνης νεαρής γυναίκας της υπαίθρου. Νιόπαντρη και μικρομάνα η μητέρα. Το βρέφος της που δε θέλει να την αποχωριστεί κρέμεται και σκαρφαλώνει και γαντζώνεται πάνω της. Γιατί;…

Όσο κι αν τα τριγύρω οικεία πρόσωπα, με σφιγμένα χαμόγελα, επιδιώκουν φιλικά, του γνέφουν να πάει κοντά τους, εκείνο το μικράκι αρνείται πεισματικά. Ένα μικρό κοριτσάκι χρονιάρικο είναι και σφίγγει όσο μπορεί τα χεράκια του πάνω της και ακόμα περισσότερο χώνεται μέσα στη ζεστή αγκαλιά, της όμορφης δεκαεννιάχρονης  μητέρας του.

Σαν κάτι να νιώθει. Φαίνεται ότι την χάνει, αισθάνεται ότι την αποχωρίζεται, κινδυνεύει δίχως την παρουσία της. Αδύναμο το μικρό παιδάκι, επιμένει εκεί γαντζωμένο στη ζεστή αγκαλιά της αγαπημένης μητέρας του. Κοιτάζει με αγωνία τρυφερά μόνο το δικό της, το γνώριμο πρόσωπο, μόνο τα δικά της, τα γλυκά μάτια, που τώρα της είναι γεμάτα δάκρυα.

Είναι η στιγμή του πικρού αποχωρισμού, η στιγμή αυτή του φευγιού της μικρομάνας για τα ξένα, «τα αρμυρά ξένα», τη μακρινή τότε Γερμανία. «Αρμυρά ξένα» τα αποκαλούσαν οι Ηπειρώτισσες γιαγιάδες μας. Όπου οι γιαγιάδες αυτές, με καημό και αγάπη, σε βοήθεια για τα ξενιτεμένα παιδιά τους φρόντιζαν και με στοργή μεγάλωναν τα εγγόνια τους. Μας μεγάλωναν αντί των γονιών μας, με διπλή αγάπη όπως συχνά το έλεγαν… το μολογούσαν.

Σχεδόν με «βίαιο»… τρόπο απέσπασαν το νήπιο, το μικρό κοριτσάκι μέσα από την αγκαλιά της μάνας του. Άνοιξαν τα μικρά χεράκια του από το λαιμό της και το πήραν στην αγκαλιά τους οι γιαγιάδες του. Εκείνη με αβάσταχτο παράπονο, ακούγοντας πίσω τα κλάματα του παιδιού της έφυγε για «τα αρμυρά… τα έρμα…» τα ξένα. Πήγε με πρόσκληση, για δουλειά στη Γερμανία, για να συναντήσει τον ξενιτεμένο άνδρα της, που εργάζονταν εκεί ήδη οκτώ μήνες, σε ένα μεγάλο εργοστάσιο. Πήγε στη Γερμανία των πολλών Ελλήνων μεταναστών, τότε στις αρχές της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια εξήντα.

Τα χρόνια δύσκολα πέρασαν. Το μικρό παιδάκι, το κοριτσάκι αυτό με τους γονείς στα ξένα, μεγαλώνει στα χέρια της δεύτερης μάνας, της σοφής και τρυφερής γιαγιάς. Είναι ο πόνος όπως λένε για τα εγγόνια ναι… είναι μεγάλος. Χαρακτηριστικά οι γιαγιάδες πάντοτε έδειχναν το χέρι τους, στο σημείο εκεί στον αγκώνα, που όταν χτυπήσει κανείς, πονάει πάρα πολύ και αβάσταχτα. Έτσι με αυτόν το γραφικό τρόπο ήθελαν να περιγράψουν πόσο πονάνε, πόσο νοιάζονται και αγαπάνε τα εγγόνια τους. Δυο φορές περισσότερο και από τα ξενιτεμένα παιδιά τους.

Και ήρθε ο καλός καιρός… μετά από τέσσερα χρόνια που έλειπε στην ξενιτιά, ο πατέρας γύρισε, ήρθε με άδεια για πρώτη φορά. Ήταν καλοκαίρι!

Ήρθε,  αλλά ήταν μόνος του. Η γυναίκα του έμεινε πίσω στη Γερμανία, στη δουλειά της, εκείνη δεν είχε άδεια .Η μητέρα που είχε συμπληρώσει τρία χρόνια μακριά από το παιδί της, δεν μπόρεσε να έρθει να το δει.

Φθάνει στο πατρικό του ο πατέρας. Όλοι εκεί… γονείς, συγγενείς, συγ-χωριανοί, μετά από τόσα χρόνια απουσίας, τον περίμεναν… με αγωνία και χαρά, με συγκίνηση. Ήρθε ο πατέρας, έφερε την αγαπητή παρουσία του. Έφερε χρήματα. Έφερε ωραία καινούρια ρούχα. Έφερε δώρα σε όλους. Έφερε πολλές σοκολάτες… Έφερε τα χαιρετίσματα και τα φιλιά της μάνας από τη Γερμανία… και ένα θαυμαστό μελωδικό κουτάκι ένα ολοκαίνουριο ραδιόφωνο έφερε ο πατέρας, από το εργοστάσιο «Grundig», εκεί όπου εργαζόταν. 

Βιάστηκε από τη μεγάλη χαρά η γιαγιά και θέλησε γρήγορα να ανταμώσει τον ξενιτεμένο γιό της με την κόρη του. Αλήθεια, πόσο μικρή ήταν τότε, όταν έφυγε ο πατέρας της, την άφησε μόλις λίγων μηνών, βρέφος. Τώρα την βρίσκει κοριτσάκι τεσσάρων ετών, να μιλάει, να γελάει, να παίζει… Αλλά γιατί τρέχει φοβισμένο, με ανοιχτά τα χεράκια του, όχι στου πατέρα την αγκαλιά, αλλά στην αγκαλιά της γιαγιάς! Και τι λόγια είναι αυτά που τους λέει;… «Το ράδιο κοίτα, το ράδιο… ο ξένος, να φύγει ο ξένος… Το ράδιο να κρατήσουμε γιαγιά… το ράδιο, …αυτός ο ξένος να φύγει!»…

Ποιος ήταν ο πατέρας που της έδειχναν; Ο πατέρας της, που δεν γνώρισε, που δεν τον θυμάται, που δεν αναγνωρίζει πια. Μετά από τόσα χρόνια απουσίας του …ήταν ο Ξένος. Ήταν ένας άγνωστος, όσα καλά κι αν της έλεγαν γι’ αυτόν. Για το παιδάκι που μεγάλωνε μακριά του, παρέμενε ένας άνδρας ξένος… Κρυφά δάκρυα ψυχής, κυλούσαν του πατέρα, δεν ήθελε οι άλλοι να τα δουν, να τα καταλάβουν… Και εκείνος της μιλούσε, τη ζητούσε, της το έδωσε… της χάρισε το όμορφο ασημί ραδιόφωνο. Χαμογελούσε στην κόρη του, την καλούσε με χαρά κοντά του, υπομονετικά… 

Η βαλίτσα… του πατέρα λοιπόν και τι δεν τους έφερε από την ξενιτιά. Ήταν γεμάτη με λογής-λογής καλούδια. Έλειπε όμως κάτι. Το σπουδαιότερο καλό! Έλειπε η μάνα της μικρούλας που τη …θυμόταν και τόσο έντονα την αποζητούσε. Όταν έπαιζε με τα μεγαλύτερα σε ηλικία ξαδέλφια της, της λένε, πως στο άκουσμα της λέξης «μαμά» από τα ξαδέλφια της, φώναζε, αποκαλούσε και αυτό το μικρό κοριτσάκι «μαμά»… τη θεία του, σαν να ήταν και δική του μάνα. Είναι ποτισμένοι με τόσο πολλά και πικρά δάκρυα οι δρόμοι των μεταναστών, «αρμυρά ξένα». Πόσο δίκιο είχαν που τα αποκαλούσαν έτσι…! πόσο δίκαια τα χαρακτήριζαν έτσι, οι γιαγιάδες μας τότε… στη δεκαετία του εξήντα…

Ύστερα από χρόνια στην ξενιτιά, γύρισε η νεαρή μάνα πίσω στο σπιτικό της, στην πατρίδα. Ήρθε δίχως τον άνδρα της, είχε όμως ένα δεύτερο παιδί μέσα στα σπλάχνα της! Επέστρεψε λοιπόν, ήρθε στον τόπο της, για να γεννήσει κοντά στους δικούς της, τους γονείς, τα πεθερικά και στην κορούλα της. Το κοριτσάκι της που το είχε αφήσει νήπιο, τώρα ετοιμάζεται… για μαθήτρια του Δημοτικού Σχολείου.

Πριν προλάβουν καλά – καλά να τη χορτάσουν τα παιδικά ματάκια τους, ξενιτεύεται πάλι η μάνα. Φεύγει ξανά, αφήνοντας πίσω στις γιαγιάδες, δυο τα παιδιά της τώρα!…

Ακολουθεί το βίντεο με την ανάγνωση του πεζογραφήματος “Το Ραδιόφωνο”. Αφήγηση: Εβίτα Θεοχάρη

Δείτε Επίσης

«Θανάσιμη Παγίδα» από την ομάδα τέχνης «βορείως».

Από: Χάρης Δάφλος– Το θρίλερ του ΆιραΛεβίν «Θανάσιμη Παγίδα», σε μετάφραση και σκηνοθεσία Γιάννη Σεντελέ, ...